Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξέχω

/eˈkse.xo/ρήμα
•
  1. προβάλλω προς τα έξω ξεπερνώντας το γενικό περίγραμμα του σώματος στο οποίο ανήκω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξέχω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + έχω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξέχωεξέχειςεξέχειεξέχουμεεξέχετεεξέχουν / εξέχουνε
Παρατατικόςεξείχαεξείχεςεξείχεεξείχαμεεξείχατεεξείχαν / εξείχανε
Μέλλονταςθα εξέχωθα εξέχειςθα εξέχειθα εξέχουμεθα εξέχετεθα εξέχουν / θα εξέχουνε
Υποτακτικήνα εξέχωνα εξέχειςνα εξέχεινα εξέχουμενα εξέχετενα εξέχουν / να εξέχουνε
Προστακτική————εξέχετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →