εξέχω
•
- προβάλλω προς τα έξω ξεπερνώντας το γενικό περίγραμμα του σώματος στο οποίο ανήκω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξέχω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + έχω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξέχω | εξέχεις | εξέχει | εξέχουμε | εξέχετε | εξέχουν / εξέχουνε |
| Παρατατικός | εξείχα | εξείχες | εξείχε | εξείχαμε | εξείχατε | εξείχαν / εξείχανε |
| Μέλλοντας | θα εξέχω | θα εξέχεις | θα εξέχει | θα εξέχουμε | θα εξέχετε | θα εξέχουν / θα εξέχουνε |
| Υποτακτική | να εξέχω | να εξέχεις | να εξέχει | να εξέχουμε | να εξέχετε | να εξέχουν / να εξέχουνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | εξέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →