έπαλξη
•
- ιστορίακαθεμιά από τις προεξοχές στο πάνω μέρος ενός τείχους, φρουρίου ή πύργου Βικιλεξικό
- ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
- μεταφορικάη πρώτη γραμμή από την οποία δίνεται μια μάχη, ένας αγώνας ή γίνεται μια προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έπαλξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔπαλξις + -σις > -ση < ἐπαλέξω < ἐπί + ἀλέξω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έπαλξη | επάλξεις |
| Γενική | έπαλξης | επάλξεων |
| Αιτιατική | έπαλξη | επάλξεις |
| Κλητική | έπαλξη | επάλξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →