έποικος
•
- που συμμετέχει σε εποικισμό, που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής Βικιλεξικό
- Η τουρκική κυβέρνηση έφερε και εγκατέστησε εποίκους από την Ανατολία στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο
- Η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να ιδρυθούν νέοι συνοικισμοί εποίκων στη Δυτική Όχθη.
Ετυμολογία
έποικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔποικος. Συγχρονικά αναλύεται σε (επί) έπ- + -οικος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έποικος | έποικοι |
| Γενική | έποικου / εποίκου | εποίκων |
| Αιτιατική | έποικο | έποικους / εποίκους |
| Κλητική | έποικε | έποικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →