Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έρπων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έρπει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έρπων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕρπων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έρπω (έρπω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρπωνέρπουσαέρπον
Γενικήέρποντα / έρποντοςέρπουσας / ερπούσηςέρποντος
Αιτιατικήέρπονταέρπουσαέρπον
Κλητικήέρπωνέρπουσαέρπον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρποντεςέρπουσεςέρποντα
Γενικήερπόντωνερπουσώνερπόντων
Αιτιατικήέρποντεςέρπουσεςέρποντα
Κλητικήέρποντεςέρπουσεςέρποντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →