έφεδρος
•
- στρατιωτικός όροςο στρατιώτης ή βαθμοφόρος που δεν ανήκει στο στρατό σε καιρό ειρήνης, αλλά καλείται στα όπλα σε περίπτωση ανάγκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έφεδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔφεδρος (τοποθετημένος για ενίσχυση) < ἐπί έφ-) + -εδρος (ἕδρ(α))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έφεδρος | έφεδροι |
| Γενική | έφεδρου / εφέδρου | εφέδρων |
| Αιτιατική | έφεδρο | έφεδρους / εφέδρους |
| Κλητική | έφεδρε | έφεδροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →