εφεδρεία
•
- στρατιωτικός όροςένα σύνολο στρατιωτών, συμπληρωματικό της κύριας στρατιωτικής δύναμης, που βρίσκεται σε ετοιμότητα στα μετόπισθεν, έτοιμο να επέμβει, αν χρειαστεί Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο σύνολο των ανδρών ή γυναικών εφέδρων που είναι σε θέση να ανακληθούν στην ενεργό υπηρεσία, όταν παρουσιαστεί ανάγκη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν τον αποσύρουν απ' την ενεργό υπηρεσία και μέχρι να τον επαναφέρουν, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν ή το επιτρέψουν Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι βάζουμε στην άκρη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί όταν το χρειαστούμε, το απόθεμα, η παρακαταθήκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφεδρεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφεδρεία < αρχαία ελληνική ἐφεδρεία (το να περιμένεις τη σειρά σου) (< ἐφεδρεύω < ἔφεδρος < ἐπι- + ἕδρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφεδρεία | εφεδρείες |
| Γενική | εφεδρείας | εφεδρειών |
| Αιτιατική | εφεδρεία | εφεδρείες |
| Κλητική | εφεδρεία | εφεδρείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →