εφεδρικός
•
- σχετικός με τους έφεδρους και την εφεδρεία Βικιλεξικό
- που μένει προσωρινά αχρησιμοποίητος (για αντικείμενα) ή εκτός δράσης (για πρόσωπα) και είναι άμεσα διαθέσιμος ώστε να αντικαταστήσει κάτι ή κάποιον που δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο του λόγω φθοράς, βλάβης, έκτακτης ανάγκης, κόπωσης κλπ Βικιλεξικό
- Η σημερινή γενιά των αντιδραστήρων είναι φορτωμένη με έναν λαβύρινθο από εφεδρικούς κινητήρες, αντλίες, βαλβίδες και συστήματα ελέγχου που πρέπει να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009)
Ετυμολογία
εφεδρικός < έφεδρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφεδρικός | εφεδρική | εφεδρικό |
| Γενική | εφεδρικού | εφεδρικής | εφεδρικού |
| Αιτιατική | εφεδρικό | εφεδρική | εφεδρικό |
| Κλητική | εφεδρικέ | εφεδρική | εφεδρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφεδρικοί | εφεδρικές | εφεδρικά |
| Γενική | εφεδρικών | εφεδρικών | εφεδρικών |
| Αιτιατική | εφεδρικούς | εφεδρικές | εφεδρικά |
| Κλητική | εφεδρικοί | εφεδρικές | εφεδρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →