Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ίσμπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένορωσικό ξύλινο αγροτόσπιτο Βικιλεξικό
    • Ο οικίσκος ούτος, ξυλόπηκτος μάλλον ή ξυλόπλεκτος καθ' άπαντα αυτού τα μέρη, ήτο προφανής απομίμησις των πενιχρών κατοικιών, τας οποίας οι ρώσοι χωρικοί ονομάζουσι Ίσμπα. Των τοιούτων οικίσκων και η καπνοδόχη ακόμη είναι πεπηγμένη εξ ακατεργάστων τεμαχίων ξύλου. και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν λευκός αραιός καπνός ανερριχάτο εξ' αυτής περιελισσόμενος περί τα φυλλώματα των δέντρων. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ Σελήμ)
    • Είχε την ίσμπα της στην όχθη ενός μεγάλου ποταμού και εκεί ζούσε με την απλότητά της και τις ελάχιστες ανάγκες. (*)
  2. παρωχημένοσπηλιά Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοκρυψώνα, αποθήκη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ίσμπα < (άμεσο δάνειο) ρωσική изба (izˈba) < πρωτοσλαβική *jьstъba ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήίσμπαίσμπες
Γενικήίσμπας—
Αιτιατικήίσμπαίσμπες
Κλητικήίσμπαίσμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →