σόμπα
•
- συσκευή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση κάποιου χώρου Βικιλεξικό
- ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο Βικιλεξικό
- ιαπωνική ποικιλία φαγόπυρου (αντέχει σε φτωχό και κρύο έδαφος, όμως δεν είναι αποδοτικό όσο το σιτάρι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σόμπα < (άμεσο δάνειο) τουρκική soba < ουγγρική szoba (δωμάτιο) < παλαιά άνω γερμανική stuba < πρωτογερμανική *stubō (=δωμάτιο, καθιστικό, φούρνος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σόμπα | σόμπες |
| Γενική | σόμπας | σομπών |
| Αιτιατική | σόμπα | σόμπες |
| Κλητική | σόμπα | σόμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →