αίσχος
•
- ο χαρακτηρισμός για κάτι που προκαλεί ντροπή Βικιλεξικό
- το τείχος του αίσχους
- ο χαρακτηρισμός για κάτι πολύ άσχημο Βικιλεξικό
- Αυτό το σπίτι είναι αίσχος. Ποιος το έφτιαξε;
- στον πληθυντικόαισχρές πράξεις Βικιλεξικό
- σε αυτό το σπίτι γίνονται αίσχη
- ως επιφώνημαντροπή! Βικιλεξικό
- Τι πράγματα είναι αυτά; Αίσχος!
Ετυμολογία
αίσχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἶσχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αίσχος | αίσχη |
| Γενική | αίσχους | αισχών |
| Αιτιατική | αίσχος | αίσχη |
| Κλητική | αίσχος | αίσχη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →