ντροπή
•
- το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι Βικιλεξικό
- Η σύνταξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Α, 1915)
- η πράξη ή το πρόσωπο που επισύρει αυτό το αρνητικό συναίσθημα, το όνειδος Βικιλεξικό
- «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πίστομα, Κορφιάτικες ιστορίες, 1899)
- ο εξευτελισμός μετά από κάποια ήττα/αποτυχία, το όνειδος Βικιλεξικό
- η συστολή που νιώθουν κάποιοι λόγω χαρακτήρα ή σε συγκεκριμένες περιστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ντροπή < ντρέπομαι < (ελληνιστική κοινή) ἐντρέπομαι < ἐν + τρέπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ντροπή | ντροπές |
| Γενική | ντροπής | ντροπών |
| Αιτιατική | ντροπή | ντροπές |
| Κλητική | ντροπή | ντροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →