αβάγιστος
•
- που δεν λυγίζει Βικιλεξικό
- αυτό το κλαδί είναι αβάγιστο
- μεταφορικάπου δεν αλλάζει γνώμη, που δεν μεταπείθεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβάγιστος < α- στερητικό + (βαγίζω) βαγιστ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάγιστος | αβάγιστη | αβάγιστο |
| Γενική | αβάγιστου | αβάγιστης | αβάγιστου |
| Αιτιατική | αβάγιστο | αβάγιστη | αβάγιστο |
| Κλητική | αβάγιστε | αβάγιστη | αβάγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάγιστοι | αβάγιστες | αβάγιστα |
| Γενική | αβάγιστων | αβάγιστων | αβάγιστων |
| Αιτιατική | αβάγιστους | αβάγιστες | αβάγιστα |
| Κλητική | αβάγιστοι | αβάγιστες | αβάγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →