Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαγίζω

/vaˈʝi.zo/ρήμα
•
  1. αμετάβατολυγίζω (από τους πολλούς καρπούς) Βικιλεξικό
    • βαγίζουν τα κλωνάρια του δέντρου
  2. αμετάβατοκαμπυλώνομαι Βικιλεξικό
    • βάγισε το πάτωμα
  3. αμετάβατολυγίζω (από τα γερατειά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαγίζω < βάγ(ιο) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαγίζωβαγίζειςβαγίζειβαγίζουμεβαγίζετεβαγίζουν / βαγίζουνε
Παρατατικόςβάγιζαβάγιζεςβάγιζεβαγίζαμεβαγίζατεβάγιζαν / βαγίζαν / βαγίζανε
Αόριστοςβάγισαβάγισεςβάγισεβαγίσαμεβαγίσατεβάγισαν / βαγίσαν / βαγίσανε
Μέλλονταςθα βαγίζω / θα βαγίσωθα βαγίζεις / θα βαγίσειςθα βαγίζει / θα βαγίσειθα βαγίζουμε / θα βαγίσουμεθα βαγίζετε / θα βαγίσετεθα βαγίζουν / θα βαγίζουνε / θα βαγίσουν / θα βαγίσουνε
Παρακείμενοςέχω βαγίσειέχεις βαγίσειέχει βαγίσειέχουμε βαγίσειέχετε βαγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βαγίσειείχες βαγίσειείχε βαγίσειείχαμε βαγίσει——
Υποτακτικήνα έχω βαγίσει / να βαγίζω / να βαγίσωνα έχεις βαγίσει / να βαγίζεις / να βαγίσειςνα έχει βαγίσει / να βαγίζει / να βαγίσεινα έχουμε βαγίσει / να βαγίζουμε / να βαγίσουμενα έχετε βαγίσει / να βαγίζετε / να βαγίσετενα βαγίζουν / να βαγίζουνε / να βαγίσουν / να βαγίσουνε
Προστακτική—βάγιζε / βάγισε——βαγίζετε / βαγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →