βαγίζω
•
- αμετάβατολυγίζω (από τους πολλούς καρπούς) Βικιλεξικό
- βαγίζουν τα κλωνάρια του δέντρου
- αμετάβατοκαμπυλώνομαι Βικιλεξικό
- βάγισε το πάτωμα
- αμετάβατολυγίζω (από τα γερατειά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαγίζω < βάγ(ιο) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαγίζω | βαγίζεις | βαγίζει | βαγίζουμε | βαγίζετε | βαγίζουν / βαγίζουνε |
| Παρατατικός | βάγιζα | βάγιζες | βάγιζε | βαγίζαμε | βαγίζατε | βάγιζαν / βαγίζαν / βαγίζανε |
| Αόριστος | βάγισα | βάγισες | βάγισε | βαγίσαμε | βαγίσατε | βάγισαν / βαγίσαν / βαγίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαγίζω / θα βαγίσω | θα βαγίζεις / θα βαγίσεις | θα βαγίζει / θα βαγίσει | θα βαγίζουμε / θα βαγίσουμε | θα βαγίζετε / θα βαγίσετε | θα βαγίζουν / θα βαγίζουνε / θα βαγίσουν / θα βαγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαγίσει | έχεις βαγίσει | έχει βαγίσει | έχουμε βαγίσει | έχετε βαγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαγίσει | είχες βαγίσει | είχε βαγίσει | είχαμε βαγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαγίσει / να βαγίζω / να βαγίσω | να έχεις βαγίσει / να βαγίζεις / να βαγίσεις | να έχει βαγίσει / να βαγίζει / να βαγίσει | να έχουμε βαγίσει / να βαγίζουμε / να βαγίσουμε | να έχετε βαγίσει / να βαγίζετε / να βαγίσετε | να βαγίζουν / να βαγίζουνε / να βαγίσουν / να βαγίσουνε |
| Προστακτική | — | βάγιζε / βάγισε | — | — | βαγίζετε / βαγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →