Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάδιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει περπατήσει Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν διαβεί ή δεν μπορούν να τον διαβούν Βικιλεξικό
    • Όταν το τατουάζ σήμαινε το διαφορετικό, το άλλο, το ξένο και το άπιστο, ήταν ντροπή για τους άλλους, αποτελούσε βασανιστικό μικροέπαινο και αβάδιστο μονοπάτι για τον/τη δερματόστικτο/η. (*)

Ετυμολογία

αβάδιστος < αρχαία ελληνική ἀ- + βαδίζω < βαδίζω < βάδην < βαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάδιστοςαβάδιστηαβάδιστο
Γενικήαβάδιστουαβάδιστηςαβάδιστου
Αιτιατικήαβάδιστοαβάδιστηαβάδιστο
Κλητικήαβάδιστεαβάδιστηαβάδιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάδιστοιαβάδιστεςαβάδιστα
Γενικήαβάδιστωναβάδιστωναβάδιστων
Αιτιατικήαβάδιστουςαβάδιστεςαβάδιστα
Κλητικήαβάδιστοιαβάδιστεςαβάδιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →