αβάδιστος
•
- που δεν έχει περπατήσει Βικιλεξικό
- που δεν τον έχουν διαβεί ή δεν μπορούν να τον διαβούν Βικιλεξικό
- Όταν το τατουάζ σήμαινε το διαφορετικό, το άλλο, το ξένο και το άπιστο, ήταν ντροπή για τους άλλους, αποτελούσε βασανιστικό μικροέπαινο και αβάδιστο μονοπάτι για τον/τη δερματόστικτο/η. (*)
Ετυμολογία
αβάδιστος < αρχαία ελληνική ἀ- + βαδίζω < βαδίζω < βάδην < βαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάδιστος | αβάδιστη | αβάδιστο |
| Γενική | αβάδιστου | αβάδιστης | αβάδιστου |
| Αιτιατική | αβάδιστο | αβάδιστη | αβάδιστο |
| Κλητική | αβάδιστε | αβάδιστη | αβάδιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάδιστοι | αβάδιστες | αβάδιστα |
| Γενική | αβάδιστων | αβάδιστων | αβάδιστων |
| Αιτιατική | αβάδιστους | αβάδιστες | αβάδιστα |
| Κλητική | αβάδιστοι | αβάδιστες | αβάδιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →