Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάσκαντος

/aˈva.skan.dos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου δεν τον πιάνει η βασκανία, το μάτιασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβάσκαντος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀβάσκαντος < ἀ- (α- στερητικό) + αρχαία ελληνική βασκαίνω, βασκαν- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάσκαντοςαβάσκαντηαβάσκαντο
Γενικήαβάσκαντουαβάσκαντηςαβάσκαντου
Αιτιατικήαβάσκαντοαβάσκαντηαβάσκαντο
Κλητικήαβάσκαντεαβάσκαντηαβάσκαντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάσκαντοιαβάσκαντεςαβάσκαντα
Γενικήαβάσκαντωναβάσκαντωναβάσκαντων
Αιτιατικήαβάσκαντουςαβάσκαντεςαβάσκαντα
Κλητικήαβάσκαντοιαβάσκαντεςαβάσκαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →