Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάτιαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ματιαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμάτιαστος < α- + ματιάζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάτιαστοςαμάτιαστηαμάτιαστο
Γενικήαμάτιαστουαμάτιαστηςαμάτιαστου
Αιτιατικήαμάτιαστοαμάτιαστηαμάτιαστο
Κλητικήαμάτιαστεαμάτιαστηαμάτιαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάτιαστοιαμάτιαστεςαμάτιαστα
Γενικήαμάτιαστωναμάτιαστωναμάτιαστων
Αιτιατικήαμάτιαστουςαμάτιαστεςαμάτιαστα
Κλητικήαμάτιαστοιαμάτιαστεςαμάτιαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →