αμάτιαστος
•
- που δεν έχει ματιαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμάτιαστος < α- + ματιάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάτιαστος | αμάτιαστη | αμάτιαστο |
| Γενική | αμάτιαστου | αμάτιαστης | αμάτιαστου |
| Αιτιατική | αμάτιαστο | αμάτιαστη | αμάτιαστο |
| Κλητική | αμάτιαστε | αμάτιαστη | αμάτιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάτιαστοι | αμάτιαστες | αμάτιαστα |
| Γενική | αμάτιαστων | αμάτιαστων | αμάτιαστων |
| Αιτιατική | αμάτιαστους | αμάτιαστες | αμάτιαστα |
| Κλητική | αμάτιαστοι | αμάτιαστες | αμάτιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →