βασκαίνω
•
- ματιάζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αβασκαίνω
Ετυμολογία
βασκαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασκαίνω < βάσκανος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βασκαίνω | βασκαίνεις | βασκαίνει | βασκαίνουμε | βασκαίνετε | βασκαίνουν / βασκαίνουνε |
| Παρατατικός | βάσκαινα | βάσκαινες | βάσκαινε | βασκαίναμε | βασκαίνατε | βάσκαιναν / βασκαίναν / βασκαίνανε |
| Αόριστος | βάσκανα | βάσκανες | βάσκανε | βασκάναμε | βασκάνατε | βάσκαναν / βασκάναν / βασκάνανε |
| Μέλλοντας | θα βασκάνω / θα βασκαίνω | θα βασκάνεις / θα βασκαίνεις | θα βασκάνει / θα βασκαίνει | θα βασκάνουμε / θα βασκαίνουμε | θα βασκάνετε / θα βασκαίνετε | θα βασκάνουν / θα βασκάνουνε / θα βασκαίνουν / θα βασκαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βασκάνει | έχεις βασκάνει | έχει βασκάνει | έχουμε βασκάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βασκάνει | είχες βασκάνει | είχε βασκάνει | είχαμε βασκάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βασκάνει / να βασκάνω / να βασκαίνω | να έχεις βασκάνει / να βασκάνεις / να βασκαίνεις | να έχει βασκάνει / να βασκάνει / να βασκαίνει | να έχουμε βασκάνει / να βασκάνουμε / να βασκαίνουμε | να βασκάνετε / να βασκαίνετε | να βασκάνουν / να βασκάνουνε / να βασκαίνουν / να βασκαίνουνε |
| Προστακτική | — | βάσκαινε / βάσκανε | — | — | βασκάνετε / βασκαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βασκάθηκαβασκαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →