αβανιάζω
•
- λαϊκότροποκακολογώ, δυσφημώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβανιάζω < αβάνης, αβαν(ιά) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αβανιάζω | αβανιάζεις | αβανιάζει | αβανιάζουμε | αβανιάζετε | αβανιάζουν / αβανιάζουνε |
| Παρατατικός | αβάνιαζα | αβάνιαζες | αβάνιαζε | αβανιάζαμε | αβανιάζατε | αβάνιαζαν / αβανιάζαν / αβανιάζανε |
| Αόριστος | αβάνιασα | αβάνιασες | αβάνιασε | αβανιάσαμε | αβανιάσατε | αβάνιασαν / αβανιάσαν / αβανιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αβανιάζω / θα αβανιάσω | θα αβανιάζεις / θα αβανιάσεις | θα αβανιάζει / θα αβανιάσει | θα αβανιάζουμε / θα αβανιάσουμε | θα αβανιάζετε / θα αβανιάσετε | θα αβανιάζουν / θα αβανιάζουνε / θα αβανιάσουν / θα αβανιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αβανιάσει | έχεις αβανιάσει | έχει αβανιάσει | έχουμε αβανιάσει | έχετε αβανιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αβανιάσει | είχες αβανιάσει | είχε αβανιάσει | είχαμε αβανιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αβανιάσει / να αβανιάζω / να αβανιάσω | να έχεις αβανιάσει / να αβανιάζεις / να αβανιάσεις | να έχει αβανιάσει / να αβανιάζει / να αβανιάσει | να έχουμε αβανιάσει / να αβανιάζουμε / να αβανιάσουμε | να έχετε αβανιάσει / να αβανιάζετε / να αβανιάσετε | να αβανιάζουν / να αβανιάζουνε / να αβανιάσουν / να αβανιάσουνε |
| Προστακτική | — | αβάνιαζε / αβάνιασε | — | — | αβανιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αβανιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →