Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβανιάζω

/a.vaˈɲa.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποκακολογώ, δυσφημώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβανιάζω < αβάνης, αβαν(ιά) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαβανιάζωαβανιάζειςαβανιάζειαβανιάζουμεαβανιάζετεαβανιάζουν / αβανιάζουνε
Παρατατικόςαβάνιαζααβάνιαζεςαβάνιαζεαβανιάζαμεαβανιάζατεαβάνιαζαν / αβανιάζαν / αβανιάζανε
Αόριστοςαβάνιασααβάνιασεςαβάνιασεαβανιάσαμεαβανιάσατεαβάνιασαν / αβανιάσαν / αβανιάσανε
Μέλλονταςθα αβανιάζω / θα αβανιάσωθα αβανιάζεις / θα αβανιάσειςθα αβανιάζει / θα αβανιάσειθα αβανιάζουμε / θα αβανιάσουμεθα αβανιάζετε / θα αβανιάσετεθα αβανιάζουν / θα αβανιάζουνε / θα αβανιάσουν / θα αβανιάσουνε
Παρακείμενοςέχω αβανιάσειέχεις αβανιάσειέχει αβανιάσειέχουμε αβανιάσειέχετε αβανιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αβανιάσειείχες αβανιάσειείχε αβανιάσειείχαμε αβανιάσει——
Υποτακτικήνα έχω αβανιάσει / να αβανιάζω / να αβανιάσωνα έχεις αβανιάσει / να αβανιάζεις / να αβανιάσειςνα έχει αβανιάσει / να αβανιάζει / να αβανιάσεινα έχουμε αβανιάσει / να αβανιάζουμε / να αβανιάσουμενα έχετε αβανιάσει / να αβανιάζετε / να αβανιάσετενα αβανιάζουν / να αβανιάζουνε / να αβανιάσουν / να αβανιάσουνε
Προστακτική—αβάνιαζε / αβάνιασε——αβανιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αβανιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →