επαινώ
•
- επιδοκιμάζω (κάποιον ή κάτι) ικανοποιώντας τον (ηθικά) Βικιλεξικό
- Επαινεί την εργατικότητα των υπαλλήλων του
Ετυμολογία
επαινώ < αρχαία ελληνική ἐπαινέω / ἐπαινῶ < ἐπί + αἰνέω / αἰνῶ (απευθύνω ύμνους, δοξάζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαινώ | επαινείς | επαινεί | επαινούμε | επαινείτε | επαινούν / επαινούνε |
| Παρατατικός | επαινούσα | επαινούσες | επαινούσε | επαινούσαμε | επαινούσατε | επαινούσαν / επαινούσανε |
| Αόριστος | επαίνεσα | επαίνεσες | επαίνεσε | επαινέσαμε | επαινέσατε | επαίνεσαν / επαινέσαν / επαινέσανε |
| Μέλλοντας | θα επαινέσω / θα επαινώ | θα επαινέσεις / θα επαινείς | θα επαινέσει / θα επαινεί | θα επαινέσουμε / θα επαινούμε | θα επαινέσετε / θα επαινείτε | θα επαινέσουν / θα επαινέσουνε / θα επαινούν / θα επαινούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαινέσει | έχεις επαινέσει | έχει επαινέσει | έχουμε επαινέσει | έχετε επαινέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαινέσει | είχες επαινέσει | είχε επαινέσει | είχαμε επαινέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαινέσει / να επαινέσω / να επαινώ | να έχεις επαινέσει / να επαινέσεις / να επαινείς | να έχει επαινέσει / να επαινέσει / να επαινεί | να έχουμε επαινέσει / να επαινέσουμε / να επαινούμε | να έχετε επαινέσει / να επαινέσετε / να επαινείτε | να επαινέσουν / να επαινέσουνε / να επαινούν / να επαινούνε |
| Προστακτική | — | επαίνει / επαίνεσε | — | — | επαινέστε / επαινείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →