αβανιάρης
•
- λαϊκότροποσυκοφάντης, κακολόγος Βικιλεξικό
- αβανιάρης άνθρωπος
Ετυμολογία
αβανιάρης < αβαν(ιά) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβανιάρης | αβανιάρα | αβανιάρικο |
| Γενική | αβανιάρη | αβανιάρας | αβανιάρικου |
| Αιτιατική | αβανιάρη | αβανιάρα | αβανιάρικο |
| Κλητική | αβανιάρη | αβανιάρα | αβανιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβανιάρηδες | αβανιάρες | αβανιάρικα |
| Γενική | αβανιάρηδων | — | αβανιάρικων |
| Αιτιατική | αβανιάρηδες | αβανιάρες | αβανιάρικα |
| Κλητική | αβανιάρηδες | αβανιάρες | αβανιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →