αγαθούτσικος
•
- σπάνιοκαλόπιστος, αφελής Βικιλεξικό
- Κοντούτσικος μα με τετράγωνες πλάτες, του φόρτωσαν τις βαριές δεσμίδες των πυρομαχικών. Εκείνος, φιλότιμος και λίγο αγαθούτσικος, δεν έλεγε κουβέντα.
Ετυμολογία
αγαθούτσικος < αγαθ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούτσικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθούτσικος | αγαθούτσικη | αγαθούτσικο |
| Γενική | αγαθούτσικου | αγαθούτσικης | αγαθούτσικου |
| Αιτιατική | αγαθούτσικο | αγαθούτσικη | αγαθούτσικο |
| Κλητική | αγαθούτσικε | αγαθούτσικη | αγαθούτσικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθούτσικοι | αγαθούτσικες | αγαθούτσικα |
| Γενική | αγαθούτσικων | αγαθούτσικων | αγαθούτσικων |
| Αιτιατική | αγαθούτσικους | αγαθούτσικες | αγαθούτσικα |
| Κλητική | αγαθούτσικοι | αγαθούτσικες | αγαθούτσικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →