αγαλλίαση
•
- συναίσθημα μεγάλης χαράς και ευφροσύνης Βικιλεξικό
- Ο μαρμάρινος Έρωτας τοξοθραύστης του Γεωργίου Βρούτου, πάλι, ένα έργο του 1896, ξεχωρίζει σαν χερουβείμ ανάμεσα στους ψηλούς θάμνους του Εθνικού Κήπου. Ενώ τη μέρα είναι σαν να προκαλεί μια αγαλλίαση με την αθωότητά του, τις νύχτες έχει αποτελέσει μάρτυρα και τοπόσημο βραχύβιων ερωτικών περιπετειών.
- αίσθημα ανακούφισης, ηρεμίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαλλίαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγαλλία(σις) + -ση < ἀγαλλιάω / ἀγαλλιῶ < αρχαία ελληνική ἀγάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλλίαση | αγαλλιάσεις |
| Γενική | αγαλλίασης | αγαλλιάσεων |
| Αιτιατική | αγαλλίαση | αγαλλιάσεις |
| Κλητική | αγαλλίαση | αγαλλιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →