αγαλλιάζω
•
- χαίρομαι πάρα πολύ, ευφραίνομαι Βικιλεξικό
- μόλις τον είδα, αγαλλίασε η ψυχή μου
- μόλις τον είδα, αγάλλιασε η καρδούλα μου, τέτοια χαρά που πήρα!
Ετυμολογία
αγαλλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαλλιάζω < ελληνιστική κοινή ἀγαλλιῶ (χαίρομαι πάρα πολύ) < αρχαίας ελληνικής προέλευσης ἀγάλλω :: διαφορετικό το μεσαιωνικό ἀγαλιάζω (ηρεμώ, καθησυχάζω) (< ἀγάλι γαλήνη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγαλλιάζω | αγαλλιάζεις | αγαλλιάζει | αγαλλιάζουμε | αγαλλιάζετε | αγαλλιάζουν / αγαλλιάζουνε |
| Παρατατικός | αγαλλίαζα | αγαλλίαζες | αγαλλίαζε | αγαλλιάζαμε | αγαλλιάζατε | αγαλλίαζαν / αγαλλιάζαν / αγαλλιάζανε |
| Αόριστος | αγαλλίασα | αγαλλίασες | αγαλλίασε | αγαλλιάσαμε | αγαλλιάσατε | αγαλλίασαν / αγαλλιάσαν / αγαλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αγαλλιάζω / θα αγαλλιάσω | θα αγαλλιάζεις / θα αγαλλιάσεις | θα αγαλλιάζει / θα αγαλλιάσει | θα αγαλλιάζουμε / θα αγαλλιάσουμε | θα αγαλλιάζετε / θα αγαλλιάσετε | θα αγαλλιάζουν / θα αγαλλιάζουνε / θα αγαλλιάσουν / θα αγαλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγαλλιάσει | έχεις αγαλλιάσει | έχει αγαλλιάσει | έχουμε αγαλλιάσει | έχετε αγαλλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγαλλιάσει | είχες αγαλλιάσει | είχε αγαλλιάσει | είχαμε αγαλλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγαλλιάσει / να αγαλλιάζω / να αγαλλιάσω | να έχεις αγαλλιάσει / να αγαλλιάζεις / να αγαλλιάσεις | να έχει αγαλλιάσει / να αγαλλιάζει / να αγαλλιάσει | να έχουμε αγαλλιάσει / να αγαλλιάζουμε / να αγαλλιάσουμε | να έχετε αγαλλιάσει / να αγαλλιάζετε / να αγαλλιάσετε | να αγαλλιάζουν / να αγαλλιάζουνε / να αγαλλιάσουν / να αγαλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | αγαλλίαζε / αγαλλίασε | — | — | αγαλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγαλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →