αγαλλιώ
•
- λόγιοαγαλλιάζω Βικιλεξικό
- Ακούω τις επιτυχίες σου, παιδί μου, και αγαλλιώ!
Ετυμολογία
αγαλλιώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγαλλιῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγαλλιάω, μεταγενέστερο τύπος του ἀγάλλομαι όπως στη φράση «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε» (Καινή Διαθήκη, Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ε', 12)
Άλλοι τύποι
αγαλλίασααγαλλιούσααγαλλιώμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →