αγάλλομαι
•
- νιώθω πολύ μεγάλη χαρά, χαίρομαι, ευφραίνομαι όπως στον στίχο στα Κάλαντα Χριστουγέννων Βικιλεξικό
- οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη (κάλαντα)
Ετυμολογία
αγάλλομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγάλλομαι, αρχαία σημασία: είμαι έξαλλος από χαρά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →