Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγειογενετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την αγγειογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγειογενετικός < αγγείο + -ο- + γενετικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειογενετικόςαγγειογενετική / αγγειογενετικηαγγειογενετικο / αγγειογενετικό
Γενικήαγγειογενετικούαγγειογενετικήςαγγειογενετικού
Αιτιατικήαγγειογενετικόαγγειογενετικήαγγειογενετικό
Κλητικήαγγειογενετικέαγγειογενετικήαγγειογενετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειογενετικοίαγγειογενετικέςαγγειογενετικά
Γενικήαγγειογενετικώναγγειογενετικώναγγειογενετικών
Αιτιατικήαγγειογενετικούςαγγειογενετικέςαγγειογενετικά
Κλητικήαγγειογενετικοίαγγειογενετικέςαγγειογενετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →