αγγελοκρούω
•
- συνήθως στην παθητική φωνήβλέπω τον άγγελο του θανάτου καθώς αφήνω την τελευταία μου πνοή, καθώς ψυχορραγώ Βικιλεξικό
- την ώρα που θα σπαράζω και θα αγγελοκρούομαι θέλω να'μαι μόνος
- ενεργητική φωνή≈ συνώνυμα: τρομάζω, εκφοβίζω Βικιλεξικό
- χτυπιέμαι από πνεύμα Βικιλεξικό
- Η κακομοίρα αγγελοκρούστηκε όταν ήταν ακόμα παιδούλα και από τότε είναι έτσι
- κλυδωνίζω όπως σε τρικυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελοκρούω < αγγελο- + κρούω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγελοκρούω | αγγελοκρούεις | αγγελοκρούει | αγγελοκρούουμε | αγγελοκρούετε | αγγελοκρούουν / αγγελοκρούουνε |
| Παρατατικός | αγγελόκρουα | αγγελόκρουες | αγγελόκρουε | αγγελοκρούαμε | αγγελοκρούατε | αγγελοκρούαν / αγγελοκρούανε / αγγελόκρουαν |
| Αόριστος | αγγελόκρουσα | αγγελόκρουσες | αγγελόκρουσε | αγγελοκρούσαμε | αγγελοκρούσατε | αγγελοκρούσαν / αγγελοκρούσανε / αγγελόκρουσαν |
| Μέλλοντας | θα αγγελοκρούσω / θα αγγελοκρούω | θα αγγελοκρούεις / θα αγγελοκρούσεις | θα αγγελοκρούει / θα αγγελοκρούσει | θα αγγελοκρούουμε / θα αγγελοκρούσουμε | θα αγγελοκρούετε / θα αγγελοκρούσετε | θα αγγελοκρούουν / θα αγγελοκρούουνε / θα αγγελοκρούσουν / θα αγγελοκρούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγελοκρούσει | έχεις αγγελοκρούσει | έχει αγγελοκρούσει | έχουμε αγγελοκρούσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγελοκρούσει | είχες αγγελοκρούσει | είχε αγγελοκρούσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούσω / να αγγελοκρούω | να έχεις αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούεις / να αγγελοκρούσεις | να έχει αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούει / να αγγελοκρούσει | να έχουμε αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούουμε / να αγγελοκρούσουμε | να αγγελοκρούετε / να αγγελοκρούσετε | να αγγελοκρούουν / να αγγελοκρούουνε / να αγγελοκρούσουν / να αγγελοκρούσουνε |
| Προστακτική | — | αγγελόκρουε / αγγελόκρουσε | — | — | αγγελοκρούετε / αγγελοκρούστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγγελοκρούστηκααγγελοκρούομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →