Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγελοκρούω

/aŋ.ɟe.loˈkɾu.o/ρήμα
•
  1. συνήθως στην παθητική φωνήβλέπω τον άγγελο του θανάτου καθώς αφήνω την τελευταία μου πνοή, καθώς ψυχορραγώ Βικιλεξικό
    • την ώρα που θα σπαράζω και θα αγγελοκρούομαι θέλω να'μαι μόνος
  2. ενεργητική φωνή≈ συνώνυμα: τρομάζω, εκφοβίζω Βικιλεξικό
  3. χτυπιέμαι από πνεύμα Βικιλεξικό
    • Η κακομοίρα αγγελοκρούστηκε όταν ήταν ακόμα παιδούλα και από τότε είναι έτσι
  4. κλυδωνίζω όπως σε τρικυμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγελοκρούω < αγγελο- + κρούω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγγελοκρούωαγγελοκρούειςαγγελοκρούειαγγελοκρούουμεαγγελοκρούετεαγγελοκρούουν / αγγελοκρούουνε
Παρατατικόςαγγελόκρουααγγελόκρουεςαγγελόκρουεαγγελοκρούαμεαγγελοκρούατεαγγελοκρούαν / αγγελοκρούανε / αγγελόκρουαν
Αόριστοςαγγελόκρουσααγγελόκρουσεςαγγελόκρουσεαγγελοκρούσαμεαγγελοκρούσατεαγγελοκρούσαν / αγγελοκρούσανε / αγγελόκρουσαν
Μέλλονταςθα αγγελοκρούσω / θα αγγελοκρούωθα αγγελοκρούεις / θα αγγελοκρούσειςθα αγγελοκρούει / θα αγγελοκρούσειθα αγγελοκρούουμε / θα αγγελοκρούσουμεθα αγγελοκρούετε / θα αγγελοκρούσετεθα αγγελοκρούουν / θα αγγελοκρούουνε / θα αγγελοκρούσουν / θα αγγελοκρούσουνε
Παρακείμενοςέχω αγγελοκρούσειέχεις αγγελοκρούσειέχει αγγελοκρούσειέχουμε αγγελοκρούσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αγγελοκρούσειείχες αγγελοκρούσειείχε αγγελοκρούσει———
Υποτακτικήνα έχω αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούσω / να αγγελοκρούωνα έχεις αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούεις / να αγγελοκρούσειςνα έχει αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούει / να αγγελοκρούσεινα έχουμε αγγελοκρούσει / να αγγελοκρούουμε / να αγγελοκρούσουμενα αγγελοκρούετε / να αγγελοκρούσετενα αγγελοκρούουν / να αγγελοκρούουνε / να αγγελοκρούσουν / να αγγελοκρούσουνε
Προστακτική—αγγελόκρουε / αγγελόκρουσε——αγγελοκρούετε / αγγελοκρούστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αγγελοκρούστηκααγγελοκρούομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →