αγγελόκρουσμα
•
- η μάχη που δίνει κανείς με το θάνατο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο επιθανάτιος ρόγχος Βικιλεξικό
- ο αιφνίδιος τρόμος Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) το πρόσωπο που τον προκαλεί
- μεταφορικάη επιληψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελόκρουσμα < (αγγελοκρούω) αγγελό-κρουσ- + -μα (κρούσμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελόκρουσμα | αγγελοκρούσματα |
| Γενική | αγγελοκρούσματος | αγγελοκρουσμάτων |
| Αιτιατική | αγγελόκρουσμα | αγγελοκρούσματα |
| Κλητική | αγγελόκρουσμα | αγγελοκρούσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →