Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγλικός

/aŋ.ɡliˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Αγγλία ή τους Άγγλους Βικιλεξικό
    • Μέλι στάζει ο αγγλικός Τύπος για τη σπουδαία πρόκριση της Λίβερπουλ, εκθειάζοντας τον αρχηγό Στίβεν Τζέραρντ και τον Ισπανό προπονητή της Ράφα Μπενίτεθ.
  2. κατ’ επέκτασηπου έχει σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγλικός < Άγγλ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγλικόςαγγλικήαγγλικό
Γενικήαγγλικούαγγλικήςαγγλικού
Αιτιατικήαγγλικόαγγλικήαγγλικό
Κλητικήαγγλικέαγγλικήαγγλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγλικοίαγγλικέςαγγλικά
Γενικήαγγλικώναγγλικώναγγλικών
Αιτιατικήαγγλικούςαγγλικέςαγγλικά
Κλητικήαγγλικοίαγγλικέςαγγλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →