αγγλικός
•
- που έχει σχέση με την Αγγλία ή τους Άγγλους Βικιλεξικό
- Μέλι στάζει ο αγγλικός Τύπος για τη σπουδαία πρόκριση της Λίβερπουλ, εκθειάζοντας τον αρχηγό Στίβεν Τζέραρντ και τον Ισπανό προπονητή της Ράφα Μπενίτεθ.
- κατ’ επέκτασηπου έχει σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγλικός < Άγγλ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλικός | αγγλική | αγγλικό |
| Γενική | αγγλικού | αγγλικής | αγγλικού |
| Αιτιατική | αγγλικό | αγγλική | αγγλικό |
| Κλητική | αγγλικέ | αγγλική | αγγλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλικοί | αγγλικές | αγγλικά |
| Γενική | αγγλικών | αγγλικών | αγγλικών |
| Αιτιατική | αγγλικούς | αγγλικές | αγγλικά |
| Κλητική | αγγλικοί | αγγλικές | αγγλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →