Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγιογραφικός

/a.ʝi.o.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αγιογραφία ή τον αγιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
    • Ακόμη κι όταν τα θέματα του δεν προέρχονται από την χριστιανική πίστη αλλά από την ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία, ο τρόπος που τα απεικονίζει είναι… αγιογραφικός μιας και αυτός είναι ο δικός του τρόπος να περνά το δικό του χριστιανικό μήνυμα.
  2. ο σχετικός με την Αγία Γραφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγιογραφικός < αγιογράφος / αγιογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιογραφικόςαγιογραφικήαγιογραφικό
Γενικήαγιογραφικούαγιογραφικήςαγιογραφικού
Αιτιατικήαγιογραφικόαγιογραφικήαγιογραφικό
Κλητικήαγιογραφικέαγιογραφικήαγιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγιογραφικοίαγιογραφικέςαγιογραφικά
Γενικήαγιογραφικώναγιογραφικώναγιογραφικών
Αιτιατικήαγιογραφικούςαγιογραφικέςαγιογραφικά
Κλητικήαγιογραφικοίαγιογραφικέςαγιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →