αγιογραφικός
•
- που έχει σχέση με την αγιογραφία ή τον αγιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- Ακόμη κι όταν τα θέματα του δεν προέρχονται από την χριστιανική πίστη αλλά από την ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία, ο τρόπος που τα απεικονίζει είναι… αγιογραφικός μιας και αυτός είναι ο δικός του τρόπος να περνά το δικό του χριστιανικό μήνυμα.
- ο σχετικός με την Αγία Γραφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιογραφικός < αγιογράφος / αγιογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιογραφικός | αγιογραφική | αγιογραφικό |
| Γενική | αγιογραφικού | αγιογραφικής | αγιογραφικού |
| Αιτιατική | αγιογραφικό | αγιογραφική | αγιογραφικό |
| Κλητική | αγιογραφικέ | αγιογραφική | αγιογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιογραφικοί | αγιογραφικές | αγιογραφικά |
| Γενική | αγιογραφικών | αγιογραφικών | αγιογραφικών |
| Αιτιατική | αγιογραφικούς | αγιογραφικές | αγιογραφικά |
| Κλητική | αγιογραφικοί | αγιογραφικές | αγιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →