αγιογραφία
•
- ζωγραφικήη τέχνη του να ζωγραφίζεις μορφές αγίων και θρησκευτικές παραστάσεις Βικιλεξικό
- Σπουδάζω βυζαντινή αγιογραφία.
- ζωγραφική απεικόνιση αγίων και θρησκευτικών σκηνών Βικιλεξικό
- Ο ναός είναι διακοσμημένος με πολύ όμορφες αγιογραφίες.
- μεταφορικάυπερβολικά εγκωμιαστική ή επαινετική βιογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγιογραφία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἁγιογραφία, ήδη το 1866. : (για τη μεταφορική έννοια) < γαλλική hagiographie : Μορφολογικά αναλύεται σε αγιο- + -γραφία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγιογραφία | αγιογραφίες |
| Γενική | αγιογραφίας | αγιογραφιών |
| Αιτιατική | αγιογραφία | αγιογραφίες |
| Κλητική | αγιογραφία | αγιογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →