αγκυροβόλι
•
- ναυτικός όροςόρμος κατάλληλος για να ρίξει άγκυρα ένα πλεούμενο Βικιλεξικό
- Ο Πόρος είναι ένα γαλήνιο καταφύγιο στο νοτιοανατολικό άκρο του Σαρωνικού κόλπου. Ένα ζεστό, φιλόξενο αγκυροβόλι για θαλασσινούς και στεριανούς.
- μεταφορικάεκεί που μπορεί κάποιος να νιώσει ασφάλεια και θαλπωρή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυροβόλι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγκυροβόλιον < αρχαία ελληνική ἄγκυρα + βάλλω, μορφολογικά αναλύεται άγκυρ(α) + -ο- + -βόλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκυροβόλι | αγκυροβόλια |
| Γενική | αγκυροβολιού | αγκυροβολιών |
| Αιτιατική | αγκυροβόλι | αγκυροβόλια |
| Κλητική | αγκυροβόλι | αγκυροβόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →