αγκυροβολώ
•
- ρίχνω την άγκυρα Βικιλεξικό
- ένα πλοίο έχει αγκυροβολήσει στ' ανοιχτά
- μεταφορικάεγκαθίσταμαι, σταθεροποιούμαι σε πρόσφορο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγκυροβολώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγκυροβολῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγκυροβολέω < ἄγκυρα + βάλλω (άγκυρ(α) + -ο- + -βολώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγκυροβολώ | αγκυροβολείς | αγκυροβολεί | αγκυροβολούμε | αγκυροβολείτε | αγκυροβολούν / αγκυροβολούνε |
| Παρατατικός | αγκυροβολούσα | αγκυροβολούσες | αγκυροβολούσε | αγκυροβολούσαμε | αγκυροβολούσατε | αγκυροβολούσαν / αγκυροβολούσανε |
| Αόριστος | αγκυροβόλησα | αγκυροβόλησες | αγκυροβόλησε | αγκυροβολήσαμε | αγκυροβολήσατε | αγκυροβολήσαν / αγκυροβολήσανε / αγκυροβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα αγκυροβολήσω / θα αγκυροβολώ | θα αγκυροβολήσεις / θα αγκυροβολείς | θα αγκυροβολήσει / θα αγκυροβολεί | θα αγκυροβολήσουμε / θα αγκυροβολούμε | θα αγκυροβολήσετε / θα αγκυροβολείτε | θα αγκυροβολήσουν / θα αγκυροβολήσουνε / θα αγκυροβολούν / θα αγκυροβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγκυροβολήσει | έχεις αγκυροβολήσει | έχει αγκυροβολήσει | έχουμε αγκυροβολήσει | έχετε αγκυροβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγκυροβολήσει | είχες αγκυροβολήσει | είχε αγκυροβολήσει | είχαμε αγκυροβολήσει | είχατε αγκυροβολήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αγκυροβολήσει / να αγκυροβολήσω / να αγκυροβολώ | να έχεις αγκυροβολήσει / να αγκυροβολήσεις / να αγκυροβολείς | να έχει αγκυροβολήσει / να αγκυροβολήσει / να αγκυροβολεί | να έχουμε αγκυροβολήσει / να αγκυροβολήσουμε / να αγκυροβολούμε | να έχετε αγκυροβολήσει / να αγκυροβολήσετε / να αγκυροβολείτε | να αγκυροβολήσουν / να αγκυροβολήσουνε / να αγκυροβολούν / να αγκυροβολούνε |
| Προστακτική | — | αγκυροβόλησε | — | — | αγκυροβολήστε / αγκυροβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →