Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγνός

/aˈɣnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
    • τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 http://web.ems.gr/media/Siskos_h_taverna_toy_kraterou.pdf)
  2. για υλικάπαρθένος, ανόθευτος Βικιλεξικό
    • Το μέλι από αυτόν τον παραγωγό είναι αγνό.
  3. που δεν έχει έρθει ποτέ του σε σεξουαλική επαφή, παρθένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁγνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγνόςαγνήαγνό
Γενικήαγνούαγνήςαγνού
Αιτιατικήαγνόαγνήαγνό
Κλητικήαγνέαγνήαγνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγνοίαγνέςαγνά
Γενικήαγνώναγνώναγνών
Αιτιατικήαγνούςαγνέςαγνά
Κλητικήαγνοίαγνέςαγνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →