αγουροξυπνώ
•
- οικείοξυπνώ πρόωρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγουροξυπνώ < άγουρος + -ο- + ξυπνώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγουροξυπνάω / αγουροξυπνώ | αγουροξυπνάς | αγουροξυπνά / αγουροξυπνάει | αγουροξυπνάμε / αγουροξυπνούμε | αγουροξυπνάτε | αγουροξυπνάν / αγουροξυπνάνε / αγουροξυπνούν / αγουροξυπνούνε |
| Παρατατικός | αγουροξυπνούσα | αγουροξυπνούσες | αγουροξυπνούσε | αγουροξυπνούσαμε | αγουροξυπνούσατε | αγουροξυπνούσαν / αγουροξυπνούσανε |
| Αόριστος | αγουροξύπνησα | αγουροξύπνησες | αγουροξύπνησε | αγουροξυπνήσαμε | αγουροξυπνήσατε | αγουροξυπνήσαν / αγουροξυπνήσανε / αγουροξύπνησαν |
| Μέλλοντας | θα αγουροξυπνάω / θα αγουροξυπνήσω / θα αγουροξυπνώ | θα αγουροξυπνάς / θα αγουροξυπνήσεις | θα αγουροξυπνά / θα αγουροξυπνάει / θα αγουροξυπνήσει | θα αγουροξυπνάμε / θα αγουροξυπνήσουμε / θα αγουροξυπνούμε | θα αγουροξυπνάτε / θα αγουροξυπνήσετε | θα αγουροξυπνάν / θα αγουροξυπνάνε / θα αγουροξυπνήσουν / θα αγουροξυπνήσουνε / θα αγουροξυπνούν / θα αγουροξυπνούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγουροξυπνήσει | έχεις αγουροξυπνήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγουροξυπνήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγουροξυπνήσει / να αγουροξυπνάω / να αγουροξυπνήσω / να αγουροξυπνώ | να έχεις αγουροξυπνήσει / να αγουροξυπνάς / να αγουροξυπνήσεις | να αγουροξυπνά / να αγουροξυπνάει / να αγουροξυπνήσει | να αγουροξυπνάμε / να αγουροξυπνήσουμε / να αγουροξυπνούμε | να αγουροξυπνάτε / να αγουροξυπνήσετε | να αγουροξυπνάν / να αγουροξυπνάνε / να αγουροξυπνήσουν / να αγουροξυπνήσουνε / να αγουροξυπνούν / να αγουροξυπνούνε |
| Προστακτική | — | αγουροξύπνα / αγουροξύπναγε / αγουροξύπνησε | — | — | αγουροξυπνάτε / αγουροξυπνήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →