άγουρος
•
- το αγόρι, ο νέος, το παλικάρι Βικιλεξικό
- αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, / ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν / σ' μιά κόρη κ' έναν άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι / σε μιά φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Α, 7-10)
Ετυμολογία
άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγουρη / άγουρος / άγουρο | άγουρες / άγουροι / άγουρα |
| Γενική | άγουρης / άγουρου / άγουρου | άγουρων / άγουρων / άγουρων |
| Αιτιατική | άγουρη / άγουρο / άγουρο | άγουρες / άγουρους / άγουρα |
| Κλητική | άγουρη / άγουρε / άγουρο | άγουρες / άγουροι / άγουρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →