Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγουρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το αγόρι, ο νέος, το παλικάρι Βικιλεξικό
    • αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, / ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν / σ' μιά κόρη κ' έναν άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι / σε μιά φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Α, 7-10)

Ετυμολογία

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγουρη / άγουρος / άγουροάγουρες / άγουροι / άγουρα
Γενικήάγουρης / άγουρου / άγουρουάγουρων / άγουρων / άγουρων
Αιτιατικήάγουρη / άγουρο / άγουροάγουρες / άγουρους / άγουρα
Κλητικήάγουρη / άγουρε / άγουροάγουρες / άγουροι / άγουρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άγουρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για φρούτα και καρπούςπου δεν έχει ακόμη ωριμάσει Βικιλεξικό
  2. για πρόσωπαπου δεν έχει ολοκληρωθεί, που δεν έχει πείρα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγουροςάγουρηάγουρο
Γενικήάγουρουάγουρηςάγουρου
Αιτιατικήάγουροάγουρηάγουρο
Κλητικήάγουρεάγουρηάγουρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγουροιάγουρεςάγουρα
Γενικήάγουρωνάγουρωνάγουρων
Αιτιατικήάγουρουςάγουρεςάγουρα
Κλητικήάγουροιάγουρεςάγουρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →