αγραμματοσύνη
•
- η ιδιότητα του αγράμματου, το να είναι κανείς αγράμματος, η έλλειψη παιδείας, μόρφωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγραμματοσύνη < αγράμματ(ος) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγραμματοσύνη | αγραμματοσύνες |
| Γενική | αγραμματοσύνης | αγραμματοσυνών |
| Αιτιατική | αγραμματοσύνη | αγραμματοσύνες |
| Κλητική | αγραμματοσύνη | αγραμματοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →