Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαιδευσία

/a.pe.ðefˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του απαίδευτου, η έλλειψη καλλιέργειας και μόρφωσης Βικιλεξικό
    • Ἀλλ’ ὁ λαὸς τῶν Ρωμαίων τραχὺς καὶ ἀπελέκητος δὲν εἶχεν ἔμφυτον εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν φιλοκαλίαν. Ἡ ἀπαιδευσία, οἱ σκληροὶ καὶ ἀδιάκοποι πόλεμοι ἐσκότισαν τὸν νοῦν καὶ ἐπεθηρίωσαν τὴν καρδίαν των. (Γεώργιος Βιζυηνός, Μέσα εις το αμφιθέατρον)

Ετυμολογία

απαιδευσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαιδευσία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπαιδευσίααπαιδευσίες
Γενικήαπαιδευσίαςαπαιδευσιών
Αιτιατικήαπαιδευσίααπαιδευσίες
Κλητικήαπαιδευσίααπαιδευσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →