Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγροτοποιμενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους αγρότες και τους ποιμένες ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγροτοποιμενικός < αγροτο- + ποιμεν(ας) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγροτοποιμενικόςαγροτοποιμενικήαγροτοποιμενικό
Γενικήαγροτοποιμενικούαγροτοποιμενικήςαγροτοποιμενικού
Αιτιατικήαγροτοποιμενικόαγροτοποιμενικήαγροτοποιμενικό
Κλητικήαγροτοποιμενικέαγροτοποιμενικήαγροτοποιμενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγροτοποιμενικοίαγροτοποιμενικέςαγροτοποιμενικά
Γενικήαγροτοποιμενικώναγροτοποιμενικώναγροτοποιμενικών
Αιτιατικήαγροτοποιμενικούςαγροτοποιμενικέςαγροτοποιμενικά
Κλητικήαγροτοποιμενικοίαγροτοποιμενικέςαγροτοποιμενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →