αγροτοποιμενικός
•
- που έχει σχέση με τους αγρότες και τους ποιμένες ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγροτοποιμενικός < αγροτο- + ποιμεν(ας) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγροτοποιμενικός | αγροτοποιμενική | αγροτοποιμενικό |
| Γενική | αγροτοποιμενικού | αγροτοποιμενικής | αγροτοποιμενικού |
| Αιτιατική | αγροτοποιμενικό | αγροτοποιμενική | αγροτοποιμενικό |
| Κλητική | αγροτοποιμενικέ | αγροτοποιμενική | αγροτοποιμενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγροτοποιμενικοί | αγροτοποιμενικές | αγροτοποιμενικά |
| Γενική | αγροτοποιμενικών | αγροτοποιμενικών | αγροτοποιμενικών |
| Αιτιατική | αγροτοποιμενικούς | αγροτοποιμενικές | αγροτοποιμενικά |
| Κλητική | αγροτοποιμενικοί | αγροτοποιμενικές | αγροτοποιμενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →