Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγροφιλία

/a.ɣɾo.fiˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη τάση εγκατάλειψης των αστικών κέντρων και (μόνιμης) εγκατάστασης σε αγροτικές περιοχές Βικιλεξικό
    • Για επιστροφή στη φύση και πέρασμα από την αστυφιλία στην αγροφιλία προτρέπει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με νομοσχέδιο, που έχει πάρει ήδη το «πράσινο φως» από το υπουργικό συμβούλιο, αφού εγκρίθηκε σε δεύτερη ανάγνωση την περασμένη Πέμπτη. (*)
    • Η τάση αυτή της αντιαστικοποίησης ουσιαστικά διεκδικεί μια άλλη μορφή οργάνωσης του χώρου, χρήσης του εδάφους. Προκαλεί, ξυπνά τον αγροτικό χώρο, μεταφέρει το ενδιαφέρον σ' αυτόν και μπορεί να πάρει, κατά τη γνώμη μου, εκφράσεις αγροφιλίας. Μέσα από διαφορετικές κατευθύνσεις οι σύγχρονες τάσεις της αστυφιλίας και της αγροφιλίας όχι μόνον συναντώνται αλλά αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος για την οργάνωση της ζωής μας. (*)

Ετυμολογία

αγροφιλία < (αγρός) αγρο- + -φιλία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγροφιλίααγροφιλίες
Γενικήαγροφιλίαςαγροφιλιών
Αιτιατικήαγροφιλίααγροφιλίες
Κλητικήαγροφιλίααγροφιλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →