Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγωνιώ

/a.ɣo.niˈo/ρήμα
•
  1. κατέχομαι από αγωνία, φοβάμαι ή ανυπομονώ Βικιλεξικό
    • Δύο φίλες της από το ωδείο τής είχαν στείλει μηνύματα από το μεσημέρι, αγωνιώντας να μάθουν πώς είχε πάει στη συμμετοχή της στον πρώτο γύρο του διαγωνισμού. Πρόκριση;!!! είχε γράψει η μια, προσθέτοντας εμότικον και χειροκροτήματα. (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, Εκδόσεις Ίκαρος, 2024)

Ετυμολογία

αγωνιώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνιῶ, συνηρημένος τύπος του ἀγωνιάω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγωνιώαγωνιάςαγωνιάαγωνιούμεαγωνιάτεαγωνιούν
Παρατατικόςαγωνιούσααγωνιούσεςαγωνιούσεαγωνιούσαμεαγωνιούσατεαγωνιούσαν
Μέλλονταςθα αγωνιώθα αγωνιάςθα αγωνιάθα αγωνιούμεθα αγωνιάτεθα αγωνιούν
Υποτακτικήνα αγωνιώνα αγωνιάςνα αγωνιάνα αγωνιούμενα αγωνιάτενα αγωνιούν
Προστακτική————αγωνιάτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →