Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγόρι

/aˈɣo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το παιδί αρσενικού γένους Βικιλεξικό
  2. ο σύντροφος Βικιλεξικό
  3. ο σερβιτόρος ή ο καμαριέρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγόρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγόρι(ν) / ἀγούριν < ελληνιστική κοινή ἄγωρος < αρχαία ελληνική ἄωρος με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού [ɣ] < ἀ- + ὥρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *yōr-ā < *yēr / "*yeh₁r- (έτος, εποχή). Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη, ακολουθείται ετυμολογική γραφή (από το «ἄγωρος») με ωμέγα: αγώρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγόριαγόρια
Γενικήαγοριούαγοριών
Αιτιατικήαγόριαγόρια
Κλητικήαγόριαγόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →