Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδέκαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν δεκάζεται, δεν εξαγοράζεται, δεν δωροδοκείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδέκαστος < αρχαία ελληνική ἀδέκαστος < ἀ- στερητικό + δεκάζω (< δέκομαι, δέχομαι) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέκαστοςαδέκαστηαδέκαστο
Γενικήαδέκαστουαδέκαστηςαδέκαστου
Αιτιατικήαδέκαστοαδέκαστηαδέκαστο
Κλητικήαδέκαστεαδέκαστηαδέκαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέκαστοιαδέκαστεςαδέκαστα
Γενικήαδέκαστωναδέκαστωναδέκαστων
Αιτιατικήαδέκαστουςαδέκαστεςαδέκαστα
Κλητικήαδέκαστοιαδέκαστεςαδέκαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →