αμερόληπτος
•
- που δεν μεροληπτεί όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση που αφορά σε δύο αντιπάλους, διαδίκους κλπ Βικιλεξικό
- Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
Ετυμολογία
αμερόληπτος < α- στερητικό+ μεροληπτώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμερόληπτος | αμερόληπτη | αμερόληπτο |
| Γενική | αμερόληπτου | αμερόληπτης | αμερόληπτου |
| Αιτιατική | αμερόληπτο | αμερόληπτη | αμερόληπτο |
| Κλητική | αμερόληπτε | αμερόληπτη | αμερόληπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμερόληπτοι | αμερόληπτες | αμερόληπτα |
| Γενική | αμερόληπτων | αμερόληπτων | αμερόληπτων |
| Αιτιατική | αμερόληπτους | αμερόληπτες | αμερόληπτα |
| Κλητική | αμερόληπτοι | αμερόληπτες | αμερόληπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →