αδαής
•
- για πρόσωπαπου δε γνωρίζει το αντικείμενο, έχει άγνοια πάνω σε αυτό λόγω ανεπαρκών γνώσεων και ελλιπούς πείρας Βικιλεξικό
- Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.
- Άνθρωποι αδαείς βρίσκονται σε θέσεις ισχύος.
- Είναι αδαής από αυτοκίνητα.
- Είναι αδαής με τα οικονομικά.
- Κάναμε λάθος στην επιλογή μας, αυτός είναι αδαής στο θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.
- απορίες/ερωτήσεις/σκέψεις ενός αδαούς
Ετυμολογία
αδαής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδαής < ἀ- + *δάω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδαής | αδαής | αδαές |
| Γενική | αδαούς | αδαούς | αδαούς |
| Αιτιατική | αδαή | αδαή | αδαές |
| Κλητική | αδαή / αδαής | αδαής | αδαές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδαείς | αδαείς | αδαή |
| Γενική | αδαών | αδαών | αδαών |
| Αιτιατική | αδαείς | αδαείς | αδαή |
| Κλητική | αδαείς | αδαείς | αδαή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →