Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με άλλο ή άλλα πράγματα Βικιλεξικό
  2. ανάλογος, παρόμοιος με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  3. που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια χωρίς να συγκριθεί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  4. σχεδόν επαρκής Βικιλεξικό
  5. βάσεις δεδομένωνοι πίνακες και οι αντίστοιχες εγγραφές (γραμμές) τους που συνδέονται λογικά με την χρήση πρωτευόντων και εξωτερικών κλειδιών (βλ. συσχέτιση, σχέση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχετικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχετικός (σταθερός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relatif. Ομόρριζο (θέμα σχε-) το σχέση.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετικόςσχετικήσχετικό
Γενικήσχετικούσχετικήςσχετικού
Αιτιατικήσχετικόσχετικήσχετικό
Κλητικήσχετικέσχετικήσχετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχετικοίσχετικέςσχετικά
Γενικήσχετικώνσχετικώνσχετικών
Αιτιατικήσχετικούςσχετικέςσχετικά
Κλητικήσχετικοίσχετικέςσχετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →