σχετικός
•
- που έχει σχέση με άλλο ή άλλα πράγματα Βικιλεξικό
- ανάλογος, παρόμοιος με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια χωρίς να συγκριθεί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- σχεδόν επαρκής Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνοι πίνακες και οι αντίστοιχες εγγραφές (γραμμές) τους που συνδέονται λογικά με την χρήση πρωτευόντων και εξωτερικών κλειδιών (βλ. συσχέτιση, σχέση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχετικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχετικός (σταθερός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relatif. Ομόρριζο (θέμα σχε-) το σχέση.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετικός | σχετική | σχετικό |
| Γενική | σχετικού | σχετικής | σχετικού |
| Αιτιατική | σχετικό | σχετική | σχετικό |
| Κλητική | σχετικέ | σχετική | σχετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχετικοί | σχετικές | σχετικά |
| Γενική | σχετικών | σχετικών | σχετικών |
| Αιτιατική | σχετικούς | σχετικές | σχετικά |
| Κλητική | σχετικοί | σχετικές | σχετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →