αδελφώνω
•
- κάνω δυο ανθρώπους (ή δυο λαούς) να νιώθουν μεταξύ τους σαν να είναι αδέρφια Βικιλεξικό
- συμφιλιώνω Βικιλεξικό
- συμφιλιώνομαι εκ νέου, μονοιάζω με κάποιον Βικιλεξικό
- συνάπτω στενούς δεσμούς με κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδελφώνω < αδελφός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδελφώνω | αδελφώνεις | αδελφώνει | αδελφώνουμε | αδελφώνετε | αδελφώνουν / αδελφώνουνε |
| Παρατατικός | αδέλφωνα | αδέλφωνες | αδέλφωνε | αδελφώναμε | αδελφώνατε | αδέλφωναν / αδελφώναν / αδελφώνανε |
| Αόριστος | αδέλφωσα | αδέλφωσες | αδέλφωσε | αδελφώσαμε | αδελφώσατε | αδέλφωσαν / αδελφώσαν / αδελφώσανε |
| Μέλλοντας | θα αδελφώνω / θα αδελφώσω | θα αδελφώνεις / θα αδελφώσεις | θα αδελφώνει / θα αδελφώσει | θα αδελφώνουμε / θα αδελφώσουμε | θα αδελφώνετε / θα αδελφώσετε | θα αδελφώνουν / θα αδελφώνουνε / θα αδελφώσουν / θα αδελφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αδελφώσει | έχεις αδελφώσει | έχει αδελφώσει | έχουμε αδελφώσει | έχετε αδελφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδελφώσει | είχες αδελφώσει | είχε αδελφώσει | είχαμε αδελφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδελφώσει / να αδελφώνω / να αδελφώσω | να έχεις αδελφώσει / να αδελφώνεις / να αδελφώσεις | να έχει αδελφώσει / να αδελφώνει / να αδελφώσει | να έχουμε αδελφώσει / να αδελφώνουμε / να αδελφώσουμε | να έχετε αδελφώσει / να αδελφώνετε / να αδελφώσετε | να αδελφώνουν / να αδελφώνουνε / να αδελφώσουν / να αδελφώσουνε |
| Προστακτική | — | αδέλφωνε / αδέλφωσε | — | — | αδελφώνετε / αδελφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →