φιλιώνω
•
- γίνομαι ξανά φίλος με κάποιον, συμφιλιώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλιώνω < φιλιῶ < φιλιόω και φιλόω (ρήματα πολύ μεταγενέστερα του φιλέω) < φίλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιλιώνω | φιλιώνεις | φιλιώνει | φιλιώνουμε | φιλιώνετε | φιλιώνουν / φιλιώνουνε |
| Παρατατικός | φίλιωνα | φίλιωνες | φίλιωνε | φιλιώναμε | φιλιώνατε | φίλιωναν / φιλιώναν / φιλιώνανε |
| Αόριστος | φίλιωσα | φίλιωσες | φίλιωσε | φιλιώσαμε | φιλιώσατε | φίλιωσαν / φιλιώσαν / φιλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα φιλιώνω / θα φιλιώσω | θα φιλιώνεις / θα φιλιώσεις | θα φιλιώνει / θα φιλιώσει | θα φιλιώνουμε / θα φιλιώσουμε | θα φιλιώνετε / θα φιλιώσετε | θα φιλιώνουν / θα φιλιώνουνε / θα φιλιώσουν / θα φιλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φιλιώσει | έχεις φιλιώσει | έχει φιλιώσει | έχουμε φιλιώσει | έχετε φιλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φιλιώσει | είχες φιλιώσει | είχε φιλιώσει | είχαμε φιλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φιλιώσει / να φιλιώνω / να φιλιώσω | να έχεις φιλιώσει / να φιλιώνεις / να φιλιώσεις | να έχει φιλιώσει / να φιλιώνει / να φιλιώσει | να έχουμε φιλιώσει / να φιλιώνουμε / να φιλιώσουμε | να έχετε φιλιώσει / να φιλιώνετε / να φιλιώσετε | να φιλιώνουν / να φιλιώνουνε / να φιλιώσουν / να φιλιώσουνε |
| Προστακτική | — | φίλιωνε / φίλιωσε | — | — | φιλιώνετε / φιλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →