συναρμόζω
•
- λόγιοσυνταιριάζω με μεγάλη ακρίβεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρμόζω < αρχαία ελληνική συναρμόζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναρμόζω | συναρμόζεις | συναρμόζει | συναρμόζουμε | συναρμόζετε | συναρμόζουν / συναρμόζουνε |
| Παρατατικός | συνάρμοζα | συνάρμοζες | συνάρμοζε | συναρμόζαμε | συναρμόζατε | συνάρμοζαν / συναρμόζαν / συναρμόζανε |
| Αόριστος | συνάρμοσα | συνάρμοσες | συνάρμοσε | συναρμόσαμε | συναρμόσατε | συνάρμοσαν / συναρμόσαν / συναρμόσανε |
| Μέλλοντας | θα συναρμόζω / θα συναρμόσω | θα συναρμόζεις / θα συναρμόσεις | θα συναρμόζει / θα συναρμόσει | θα συναρμόζουμε / θα συναρμόσουμε | θα συναρμόζετε / θα συναρμόσετε | θα συναρμόζουν / θα συναρμόζουνε / θα συναρμόσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συναρμόσει | έχεις συναρμόσει | έχει συναρμόσει | έχουμε συναρμόσει | έχετε συναρμόσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναρμόσει | είχες συναρμόσει | είχε συναρμόσει | είχαμε συναρμόσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναρμόσει / να συναρμόζω / να συναρμόσω | να έχεις συναρμόσει / να συναρμόζεις / να συναρμόσεις | να έχει συναρμόσει / να συναρμόζει / να συναρμόσει | να έχουμε συναρμόσει / να συναρμόζουμε / να συναρμόσουμε | να έχετε συναρμόσει / να συναρμόζετε / να συναρμόσετε | να συναρμόζουν / να συναρμόζουνε / να συναρμόσουνε |
| Προστακτική | — | συνάρμοζε / συνάρμοσε | — | — | συναρμόζετε / συναρμόστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συναρμόσουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →