Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάφορος

/aˈði̯a.fo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε δείχνει ενδιαφέρον για κάτι Βικιλεξικό
    • Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 https://www.serreslife.gr/%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%83/20863-%CE%BF%CE%B9-%C2%AB%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82%C2%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CE%B3%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82.html)
  2. που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον, δεν έχει καμία σημασία Βικιλεξικό
    • μου είναι αδιάφορος ο τρόπος, αρκεί να πετύχουμε τον στόχο μας

Ετυμολογία

αδιάφορος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιάφορος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + διάφορος < διαφέρω.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάφοροςαδιάφορηαδιάφορο
Γενικήαδιάφορουαδιάφορηςαδιάφορου
Αιτιατικήαδιάφοροαδιάφορηαδιάφορο
Κλητικήαδιάφορεαδιάφορηαδιάφορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάφοροιαδιάφορεςαδιάφορα
Γενικήαδιάφορωναδιάφορωναδιάφορων
Αιτιατικήαδιάφορουςαδιάφορεςαδιάφορα
Κλητικήαδιάφοροιαδιάφορεςαδιάφορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →